Ε.Σ.(m) Αριθμός 760/2019 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Α΄ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2018, με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα,  Κ. Κουσούλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ιγγλέση. Για να δικάσει την από 29 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση: του Κ.Σ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. ... ), κατά των: 1) Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδος και ήδη Περιφέρειας Πελοποννήσου, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Ζωή Βισβάρδη (Α.Μ. ...), που τη διόρισε με απόφασή της η Οικονομική της Επιτροπή και 2) Δήμου Ναυπλίου, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Καζά (Α.Μ. ... ), που τον διόρισε με απόφασή της η Οικονομική του Επιτροπή. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 188/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Κτιστάκη. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αναιρεσείοντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τους πληρεξουσίους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (931464 και 931465/2009 ειδικά γραμμάτια παραβόλου σειράς Α΄). 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 188/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 199/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή του ίδιου, με την οποία είχε ζητήσει α) να υποχρεωθεί η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας (και ήδη Περιφέρεια Πελοποννήσου) να του καταβάλει το ποσό των 58.694 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που κατά τους ισχυρισμούς του υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Χωροταξίας Περιβάλλοντος (ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει 88.041 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ως άνω ηθική βλάβη, καθώς και το ποσό των 58.694 ευρώ ως αποζημίωση για αποθετική ζημία που κατά τους ισχυρισμούς του υπέστη από τις ίδιες πράξεις και παραλείψεις. 3. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως (29.12.2008) δημοσιεύθηκε ο ν. 3852/2010 (Α΄ 87), ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 (άρθρο 286) και με τον οποίο έχουν συσταθεί οι περιφέρειες ως αυτοδιοικούμενα κατά τόπον νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αποτελούντα τον δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης (άρθρο 3 παρ. 1), καταργήθηκαν δε οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 4 του νόμου αυτού, από 1.1.2011. Από τις αρμοδιότητες των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων οι οποίες περιήλθαν στις περιφέρειες εξαιρέθηκαν, μεταξύ άλλων, οι αρμοδιότητες των πολεοδομικών υπηρεσιών, οι οποίες απονεμήθηκαν με το άρθρο 94 παρ. 1 στους συσταθέντες με το άρθρο 1 δήμους, ασκούμενες, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α του ως άνω νόμου, από 1.1.2011. Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 283, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 49 παρ. 4 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) και πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85/11.4.2012), ορίσθηκαν τα εξής: «Από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών καταργούνται οι ενιαίες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και τα νομαρχιακά διαμερίσματα. Οι περιφέρειες υπεισέρχονται, αυτοδικαίως, μετά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, σε όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των εμπραγμάτων, καθώς και στις υποχρεώσεις, των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Οι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, δίκες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την κάθε μία από αυτές. Οι δήμοι και οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε πάσης φύσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα, εξαιρουμένων των εμπραγμάτων, που βάσει διατάξεων νόμων και κανονιστικών πράξεων συνδέονται με αρμοδιότητες που μεταφέρονται σε αυτούς. Όταν οι υποχρεώσεις που προέρχονται από τη μεταφορά αρμοδιοτήτων αφορούν στην πληρωμή δαπανών, οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι υπόχρεοι για την καταβολή τους στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων σχετικό παραστατικό από τους δικαιούχους ή δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση μέχρι 31.12.2010 για τους δήμους ή 30.6.2011 για τις περιφέρειες. Ομοίως οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι δικαιούχοι απαιτήσεων που συνδέονται με τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες, για τις οποίες δεν έχουν αποσταλεί οι χρηματικοί κατάλογοι προς ταμειακή βεβαίωση μέχρι τις ανωτέρω προθεσμίες. Στις περιπτώσεις αυτές, οι σχετικές εκκρεμείς δίκες της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ή της πρώην κρατικής περιφέρειας συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από το δήμο ή την περιφέρεια που αφορά το αντικείμενο της δίκης, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης τους. …». Τέλος, με το άρθρο 6 παρ. 13 του ως άνω ν. 4071/2012, το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Οι εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, εκτός από αυτές που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις των πολεοδομικών γραφείων που συνεχίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τα θέματα αυτά, συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την καθεμία από αυτές». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι από τις 11.4.2012, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4071/2012, η δίκη στην οποία μετείχε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση και η οποία αφορά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικής υπηρεσίας, συνεχίζεται ex lege από τον οικείο δήμο, στον οποίο έχει περιέλθει από 1.1.2011 η αρμοδιότητα αυτή. Αν όμως έχει ήδη εκδοθεί μέχρι 31.12.2010 τελεσίδικη δικαστική απόφαση για τους δήμους, ειδικώς και μόνον στην περίπτωση αυτή υπόχρεη για την καταβολή της σχετικής με την άσκηση της πιο πάνω αρμοδιότητας δαπάνης παραμένει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 49 παρ. 4 του ν. 3943/2011, η οικεία περιφέρεια (οιονεί καθολική διάδοχος κατά τις ανωτέρω διατάξεις της -αρχικής διαδίκου- οικείας νομαρχιακής αυτοδιοίκησης), και, ως εκ τούτου, εκτείνεται και στην τελευταία η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης. Ενόψει αυτού, στην ως άνω περίπτωση, η εν λόγω περιφέρεια καθίσταται και αυτή, εκτός από τον οικείο δήμο, διάδικος και συγκεκριμένα, αναγκαστική ομόδικος του τελευταίου στη σχετική αναιρετική δίκη, η οποία, επομένως, συνεχίζεται και από αυτή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 75 παρ. 2, 76 παρ. 1 και 4, 110 παρ. 2, 558 και 576 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.), δυνάμει του άρθρου 40 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), αλλά και του διασφαλίζοντος το δικαίωμα δικαστικής προστασίας άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που έχει, κατ’ αρχήν, εφαρμογή και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (βλ. ΣτΕ 1396/2014 7μ., ΣτΕ 2506-8/2014, 2675/2015, 7, 410/2016). 4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, την δίκη επί της κρινομένης αιτήσεως, η οποία στρέφεται κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας από πλημμελή άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικής υπηρεσίας, συνεχίζει ex lege, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, αφενός μεν ως αναιρεσίβλητος διάδικος ο κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. 2. υποπερ. Α1 του ν. 3852/2010 Δήμος Ναυπλιέων, εντός των ορίων του οποίου βρισκόταν, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, το ακίνητο και η επίμαχη οδός περί των οποίων έχει δημιουργηθεί η ένδικη διαφορά και ο οποίος παρέστη αφετέρου δε, η επίσης παραστάσα αναιρεσίβλητη διάδικος Περιφέρεια Πελοποννήσου, η οποία είναι, εν προκειμένω, υπόχρεη προς πληρωμή δαπανών στον αναιρεσείοντα, ως αναγκαστική ομόδικος του Δήμου Ναυπλιέων, εφόσον η 188/2006 (αναιρεσιβαλλόμενη) απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης δημοσιεύθηκε στις 17.4.2006, δηλαδή πριν από τις 31.12.2010. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι με τα παραδεκτώς υποβληθέντα από 29.5.2018 υπομνήματα ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων περί παθητικής νομιμοποίησης μόνο του Δήμου Ναυπλιέων και έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της Περιφέρειας Πελοποννήσου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 5. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με το υπ’ αριθμ. 33947/1992 πωλητήριο συμβόλαιο ο ήδη αναιρεσείων μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον Χ.Τ. ένα οικόπεδο, κείμενο στη θέση Αγία Κυριακή της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Αρίας και ήδη Δήμου Ναυπλιέων, εκτάσεως 730 τ.μ. Το οικόπεδο αυτό κατά τη δυτική του πλευρά συνορεύει με δρόμο πλάτους 4 μέτρων, ο οποίος είχε αφεθεί από τον αναιρεσείοντα για τις ανάγκες επικοινωνίας του ακινήτου, ενώ με το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο συστάθηκε δουλεία διόδου υπέρ του μεταβιβαζόμενου ακινήτου για να εξασφαλιστεί η επικοινωνία του με τη βορείως αυτού κοινοτική και ήδη δημοτική οδό. Ακολούθως, δυνάμει του 34502/1992 συμβολαίου, ο αναιρεσείων, ως ψιλός κύριος και ο πατέρας του, ως επικαρπωτής, παραχώρησαν την ως άνω εδαφική λωρίδα άνευ ανταλλάγματος στην τότε Κοινότητα Αρίας για τη δημιουργία κοινοτικής οδού, την παραχώρηση δε αυτή αποδέχθηκε η Κοινότητα με την 7/1993 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 1657/15-2-1993 απόφαση της Διεύθυνσης Εσωτερικών-Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Νομαρχίας Αργολίδας. Περαιτέρω, με την 1105/9-4-1993 απόφαση της Πολεοδομίας Αργολίδας παραπέμφθηκε το θέμα της έγκρισης της εν λόγω κοινοτικής οδού στο Συμβούλιο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (Σ.Χ.Ο.Π.) Αργολίδας. Το τελευταίο με την 19/12-4-1993 απόφασή του ενέκρινε την οδό αυτή, κατόπιν δε τούτου εκδόθηκε η 1430/11-5-1993 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας, με την οποία εγκρίθηκε το πλάτος του ως άνω δρόμου σε 4 μέτρα, το μήκος αυτού σε 92,36 μ και το συνολικό του εμβαδόν σε 369,20 τ.μ. και χαρακτηρίσθηκε ο δρόμος αυτός κοινοτικός. Περί τα τέλη του έτους 1994, ο αγοραστής Χ.Τ. ανήγειρε επί του εν λόγω οικοπέδου οικοδομή, ενώ ο αναιρεσείων στις 7-5-1996 κατήγγειλε στο Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας την κατάληψη μέρους της ανωτέρω κοινοτικής οδού. Η κατάληψη αυτή πιθανολογήθηκε και με την 156/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του αγοραστή Χ.Τ.. Στη συνέχεια, πριν ακόμα η Πολεοδομία Ναυπλίου απαντήσει στην ανωτέρω καταγγελία του αναιρεσείοντος, ο Χ.Τ. με την από 22-1-1997 αίτησή του προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος ζήτησε να του γνωρίσει η υπηρεσία αυτή αν υπάρχει πρόβλημα με την πράξη έγκρισης και παραχώρησης της οδού και κατάτμησης του οικοπέδου. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το 3568/211/6-3-1997 έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ, που υπογράφεται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Β.Μ. και την αρμόδια υπάλληλο Κ.Φ., με το οποίο διαπιστώνεται, ύστερα από παρεμπίπτοντα έλεγχο του φακέλου έγκρισης της ως άνω οδού, ασυμφωνία μεταξύ του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει το πωλητήριο συμβόλαιο και εκείνου που υποβλήθηκε στο ΣΧΟΠ προκειμένου να εγκριθεί ο δρόμος ως κοινοτικός και να εκδοθεί η προαναφερθείσα απόφαση του Νομάρχη, καθόσον στο τελευταίο διάγραμμα το οικόπεδο που μεταβιβάσθηκε δηλώνεται μεν άρτιο και οικοδομήσιμο, με εμβαδόν 700,55 τ.μ., φαίνεται όμως να τέμνεται από τα όρια του οικισμού της Αγίας Κυριακής και, κατά συνέπεια, εσφαλμένα έγινε κατάτμηση, αφού δημιουργήθηκε οικόπεδο εντός οικισμού μικρότερο του ορίου αρτιότητας που κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν 700 τ.μ. σύμφωνα με την 1323/1988 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας. Επιπλέον δε, όπως αναφέρεται στο ως άνω έγγραφο, από το προαναφερθέν διάγραμμα προκύπτει ότι το εντός των ορίων του οικισμού τμήμα του οικοπέδου ήταν μικρότερο των 500 τ.μ. και για το λόγο αυτό διατυπώθηκε η άποψη ότι προτού εξετασθεί η πιθανότητα καταπάτησης του δρόμου θα έπρεπε να ελεγχθεί κατά πόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις αρτιότητας του εν λόγω οικοπέδου καθώς και η εγκυρότητα της πράξης έγκρισης του δρόμου ως κοινοτικού. Κατόπιν αυτών, ζητήθηκε τόσο από τον αναιρεσείοντα όσο και από τον Χ.Τ. να προσκομίσουν, αντιστοίχως, νέο τοπογραφικό διάγραμμα. Ο αναιρεσείων, όμως, θεώρησε ότι με την ενέργεια αυτή η Πολεοδομία αμφισβητούσε τα εμπράγματα δικαιώματά του και ζήτησε με την από 12-3-1997 αίτησή του προς την Υπηρεσία αυτή την εξαίρεση της υπαλλήλου Κ.Φ. από την εξέταση τόσο της καταγγελίας του και της αίτησης του Χ.Τ. όσο και από την αίτησή του για διόρθωση-επέκταση των ορίων του οικισμού, για το λόγο ότι η υπάλληλος αυτή έχει συγγενική σχέση με τον μηχανικό I.Μ. ο οποίος ήταν ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας «Σίγμα Ο.Ε.» που είχε αναλάβει την ανέγερση της οικοδομής του Χ.Τ.. Εξάλλου, ο αναιρεσείων απέστειλε προς την ανωτέρω υπάλληλο την από 14-3-1997 εξώδικη διαμαρτυρία-ειδοποίηση. Η εξώδικη διαμαρτυρία του αναιρεσείοντος προκάλεσε την από 7-4-1997 εξώδικη απάντηση της ανωτέρω υπαλλήλου και ο χαρακτηρισμός που περιεχόταν στις διαμαρτυρίες αυτές προκάλεσε εκατέρωθεν μηνύσεις και αγωγές. Εξάλλου, η ανωτέρω υπάλληλος με την από 14-3-1997 αίτησή της ζήτησε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ να χρεώσει σε άλλο υπάλληλο τόσο την επίμαχη υπόθεση όσο και την από 24-6-1996 αίτηση του αναιρεσείοντος περί διορθώσεως των ορίων του οικισμού της Αγίας Κυριακής, γεγονός που πραγματοποιήθηκε από 4-4-1997, όπως βεβαιώνεται με το 59037/339/9-11-1998 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης αυτής. Τελικώς, η Διεύθυνση οικοδομικών και Κτιριολογικών Κανονισμών (Δ.Ο.Κ.Κ.) ύστερα από το 68971/17-12-1999 έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ, με το 80455/15.2.2000 έγγραφό της απάντησε ότι η πραγματοποιηθείσα κατάτμηση δεν δημιουργούσε άρτιο οικόπεδο επειδή τμήμα του βρισκόταν εκτός των ορίων του οικισμού και το εντός των ορίων τμήμα δεν είχε την αρτιότητα που απαιτούσε η περιοχή, ούτε το οικόπεδο αυτό ήταν οικοδομήσιμο αφού στερείτο προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 6 του π.δ. της 24-4-1985, ενώ η παραχωρηθείσα εδαφική λωρίδα για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου δεν μπορούσε να προσμετρηθεί για την αρτιότητα του οικοπέδου. Την ίδια άποψη διατύπωσε και η Διεύθυνση Νομοθετικού έργου με το 6031/1097/27-4-2000 έγγραφο της, αναφέροντας, όμως, ότι, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η Διοίκηση δεν μπορεί να ανακαλεί ακόμη και τις παράνομες πράξεις της εφόσον πέρασε χρόνος πέραν της πενταετίας από την έκδοσή τους και δημιουργήθηκε πραγματική εξ υποκειμένου κατάσταση, εκτός εάν παρασύρθηκε από απατηλή ενέργεια του διοικουμένου ή συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν ανάκληση - εν προκειμένω της 1430/1993 απόφασης του Νομάρχη Αργολίδας. Στο ίδιο έγγραφο επισημαινόταν ότι η Δ.Ο.Κ.Κ. έπρεπε να ελέγξει τα στοιχεία του φακέλου προκειμένου να διαπιστώσει εάν η Διοίκηση παρασύρθηκε από ψευδή στοιχεία του διοικουμένου προκειμένου να εκδοθεί η 1430/1993 απόφαση του Νομάρχη, επισημαίνοντας πάντως ότι στο τοπογραφικό που συνόδευε την εν λόγω απόφαση δεν αποκρυπτόταν ότι το οικόπεδο έκειτο εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός των ορίων του οικισμού. Κατόπιν αυτών, ο αναιρεσείων κατέθεσε αγωγή ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ισχυριζόμενος ότι κατά το χειρισμό της υπόθεσής του τα αρμόδια όργανα της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΟ.ΠΕ Αργολίδας και ιδιαίτερα η υπάλληλος Κ.Φ. προέβησαν σε σειρά παράνομων πράξεων ή παραλείψεων με σκοπό να ακυρώσουν τις εμπράγματες δικαιοπραξίες που είχε συνάψει και είχαν λάβει χώρα σε σχέση με τον επίδικο χαρακτηρισθέντα ως κοινοτικό δρόμο. Ειδικότερα, οι αποδιδόμενες στα ως άνω όργανα παράνομες παραλείψεις και ενέργειες συνίσταντο, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στο ότι α) η Διεύθυνση ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ δεν απάντησε εντός των νομίμων προθεσμιών στην από 7-5-1996 καταγγελία του αλλά μετά πάροδο δεκαμήνου και αφού συσχετίστηκε με την αίτηση του Χ.Τ., β) κατά παραβίαση του τεκμηρίου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων τα όργανα αυτά αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της 1430/11-5-1993 απόφασης του Νομάρχη Αργολίδας περί χαρακτηρισμού της παραχωρηθείσας από τον αναιρεσείοντα εδαφικής λωρίδας ως κοινοτικής, γ) παραβιάστηκε η αρχή της αμεροληψίας της Διοίκησης, καθόσον η υπάλληλος που χειρίσθηκε την όλη υπόθεση είχε την προαναφερθείσα συγγενική σχέση με τον μηχανικό Ι.Μ., που είχε πρόδηλο συμφέρον για την έκβαση της υπόθεσης και, παρότι ο αναιρεσείων και η ανωτέρω υπάλληλος είχαν εμπλακεί σε δικαστικές διενέξεις, προκάλεσε από την Δ.Ο.Κ.Κ. και τη διεύθυνση Νομοθετικού Έργου την έκδοση των προαναφερόμενων εγγράφων με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στη διένεξη μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος. Σύμφωνα με τους ως άνω αναφερόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι παραπάνω παράνομες παραλείψεις και ενέργειες των αρμοδίων οργάνων της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ. Αργολίδας προκάλεσαν σ’ αυτόν ζημία, ηθική και υλική, από το 1996 εφόσον έχουν προκαλέσει σημαντική βλάβη στην προσωπική, επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση, ενώ, εξαιτίας της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του το 1998 κατόπιν μηνύσεως της ως άνω υπαλλήλου δεν μπόρεσε να λάβει μέρος στις εξετάσεις για την Εθνική Σχολή Δικαστών έτους 1998-1999. Για το λόγο δε αυτό, με την ως άνω αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε το ποσό των 50.000.000 δρχ., ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, καθώς και το ποσό των 20.000.000 δρχ. για διαφυγόντα κέρδη τα οποία θα αποκόμιζε από την εργασία του ως δικηγόρου από το 1996 εάν είχε το χρόνο να ασχοληθεί με υποθέσεις τρίτων και όχι μόνο με την επίμαχη προσωπική υπόθεση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω αγωγή, με την αιτιολογία ότι δεν θεμελιώθηκε ευθύνη της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας για αποζημίωση του αναιρεσείοντος. Έφεση του τελευταίου κατά της πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν εφετείο δέχτηκε ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΣτΕ, η Διοίκηση έχει δικαίωμα να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις εντός εύλογου χρόνου ή και μετά την πάροδο αυτού για λόγους δημοσίου συμφέροντος εφόσον βεβαίως υφίσταται νόμιμος λόγος ανάκλησης, καθώς και ότι η ανάκληση αυτή γίνεται ακόμα και αν έχουν δημιουργηθεί εμπράγματα δικαιώματα των διοικουμένων. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι τα όργανα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας μπορούσαν να ασκήσουν παρεμπίπτοντα έλεγχο εφόσον προέκυψε ζήτημα νομιμότητας της 1930/1993 απόφασης του Νομάρχη βάσει των γενικών αρχών περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων και απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο. Περαιτέρω, επί του προβαλλόμενου από τον αναιρεσείοντα λόγου εφέσεως ότι, λόγω της συγγενικής σχέσης της ανωτέρω υπαλλήλου με το μηχανικό Ι.Μ. (η σύζυγος αυτού είναι αδελφή του συζύγου της υπαλλήλου) παραβιάσθηκε η αρχή της αμεροληψίας, το δικάσαν εφετείο δέχτηκε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 82 του π.δ. 611/997, που ίσχυε κατά την κρίσιμη περίοδο, σε συνδυασμό με το άρθρο 1464 ΑΚ τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων δεν είχαν μεταξύ τους συγγενικό δεσμό και κατά συνέπεια δεν υφίστατο κώλυμα για την ενασχόληση της ανωτέρω υπαλλήλου με την επίμαχη υπόθεση. Εξάλλου, το διοικητικό εφετείο δέχτηκε ότι όλες οι ενέργειες της παραπάνω υπαλλήλου (η σε βάρος του αναιρεσείοντος κατάθεση εξωδίκων, μηνύσεων και αγωγών) έγιναν ύστερα από την από 12-3-1997 αίτηση αυτού και την από 14-3-1997 εξώδικη διαμαρτυρία του, στις οποίες, εκτός από το θέμα της εξαίρεσης της υπαλλήλου, ο αναιρεσείων μεταχειριζόταν χαρακτηρισμούς οι οποίοι - όπως ήταν εύλογο κατά την κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου - προκάλεσαν την αντίδραση της υπαλλήλου. Συνεπώς, σύμφωνα με την ίδια κρίση, εφόσον ο αναιρεσείων ήταν συνυπεύθυνος για την δικαστική διένεξη που προκλήθηκε μεταξύ αυτού και της υπαλλήλου δεν μπορούσε να την επικαλείται για να αποδείξει την έλλειψη αμεροληψίας αυτής. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. 6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση επαναφέρονται οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι η Πολεοδομία Ναυπλίου δεν είχε την αρμοδιότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της 1430/1993 απόφασης του Νομάρχη Αργολίδας με την οποία αναγνωρίστηκε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίμαχης οδού. Όπως όμως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία έλεγξε τη νομιμότητα της ως άνω απόφασης του Νομάρχη κατόπιν της από 7-5-1996 καταγγελίας του αναιρεσείοντος περί καταπάτησης-κατάληψης μέρους της επίμαχης κοινοτικής οδού. Με τα δεδομένα αυτά, η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία πριν προβεί στον έλεγχο της καταγγελίας του αναιρεσείοντος περί καταπάτησης του κοινοτικού δρόμου έκρινε αναγκαία την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων αρτιότητας του εν λόγω οικοπέδου και περαιτέρω, του κύρους της ένδικης απόφασης του νομάρχη περί έγκρισης του επίμαχου δρόμου ως κοινοτικού. Συνεπώς, η ως άνω Υπηρεσία [Διεύθυνση ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ. Αργολίδας] δεν υπερέβη την αρμοδιότητά της και νομίμως εξέφρασε τις απόψεις της για τη νομιμότητα και το κύρος της 1430/1993 απόφασης του Νομάρχη Αργολίδας περί χαρακτηρισμού της επίμαχης οδού ως κοινοτικής. Και τούτο, ανεξαρτήτως εάν η υπηρεσία αυτή είχε την αρμοδιότητα να ανακαλέσει η ίδια την εν λόγω απόφαση, κατ’ εφαρμογή των γενικών αρχών περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων. Συνεπώς, η κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι τα όργανα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας μπορούσαν να ασκήσουν παρεμπίπτοντα έλεγχο της 1430/1993 απόφασης του Νομάρχη είναι ορθή, καθόσον η απόφαση αυτή, όπως δέχθηκε το διοικητικό εφετείο, εκδόθηκε βάσει προσκομισθέντος τοπογραφικού διαγράμματος στο ΣΧΟΠ Αργολίδας που παρουσίαζε ασυμφωνία με αυτό που είχε προσκομιστεί με το πωλητήριο συμβόλαιο και συγκεκριμένα, εφόσον στο αρχικώς προσκομισθέν στο ΣΧΟΠ Αργολίδας διάγραμμα φαινόταν ότι το εντός των ορίων του οικισμού τμήμα του πωληθέντος από τον αναιρεσείοντα οικοπέδου ήταν μικρότερο των 500 τ.μ. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. 7. Επειδή, εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το 3568/211/6-3-1997 έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ, που υπογράφεται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Β.Μ. και την αρμόδια υπάλληλο Κ.Φ., διαπιστώθηκε ασυμφωνία μεταξύ του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει το πωλητήριο συμβόλαιο και εκείνου που υποβλήθηκε στο ΣΧΟΠ προκειμένου να εγκριθεί ο δρόμος ως κοινοτικός και κλήθηκαν να προσκομίσουν εκ νέου τοπογραφικά διαγράμματα τόσο ο αναιρεσείων όσο και ο αγοραστής Χ.Τ.. Το έγγραφο αυτό εκδόθηκε ύστερα από την από 7-5-1996 καταγγελία του αναιρεσείοντος περί καταπάτησης-κατάληψης μέρους της επίμαχης κοινοτικής οδού από τον αγοραστή Χ.Τ. και την από 22-1-1997 αίτηση του Χ.Τ. προς την αρμόδια Διεύθυνση ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ να του γνωστοποιήσει αν υπήρχε πρόβλημα με την πράξη παραχώρησης και έγκρισης της οδού και κατάτμησης του οικοπέδου που είχε αγοράσει από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο των διενέξεων που προέκυψαν μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ως άνω υπαλλήλου της αρμόδιας Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ και χωρίς να έχει μέχρι τότε ζητήσει ο αναιρεσείων την εξαίρεση της υπαλλήλου αυτής από το χειρισμό της υπόθεσής του. Εξάλλου, κατόπιν της υποβολής της από 12-3-1997 αίτησης του αναιρεσείοντος προς την υπηρεσία αυτή για την εξαίρεση της υπαλλήλου Κ.Φ. από την εξέταση τόσο της καταγγελίας του όσο και της αίτησης του Χ.Τ., καθώς και της αποστολής της από 14-3-1997 εξώδικης διαμαρτυρίας-ειδοποίησης προς την υπάλληλο αυτή, η ως άνω υπάλληλος ζήτησε αυθημερόν με την από 14-3-1997 αίτησή της από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ να χρεώσει σε άλλο υπάλληλο τόσο την ανωτέρω υπόθεση όσο και την από 24-6-1996 αίτηση του αναιρεσείοντος περί διορθώσεως των ορίων του οικισμού της Αγίας Κυριακής, γεγονός που πραγματοποιήθηκε από τις 4-4-1997, όπως βεβαιώνεται στο 59037/339/9-11-1998 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης αυτής. Συνεπώς, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αμεροληψίας από το χειρισμό της επίμαχης υπόθεσης εκ μέρους της ως άνω υπαλλήλου, όπως ορθώς έκρινε, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν εφετείο, τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αναιρέσεως ότι εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση παράβασης του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης εκδοχής ότι η υπό κρίση διαφορά που ανεφύη από πράξη οργάνου το οποίο αποτελεί διοικητική αρχή και όχι “δικαστήριο” κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης αυτής (ΣτΕ 2584/2018, βλ. σχετικά ΣτΕ Ολομ. 3319/2010, 2037/2011 7μ., 4569/2014, 204/2019). 8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Δ ι ά τ α ύ τ α Απορρίπτει την αίτηση. Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης Περιφέρειας Πελοποννήσου, ανερχόμενη στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ και του αναιρεσίβλητου Δήμου Ναυπλιέων, ανερχόμενη επίσης στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2019 Η Προεδρεύουσα ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας Σπ. ΧρυσικοπούλουΑικ. Ιγγλέση και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Απριλίου 2019. Η Προεδρεύουσα ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας Σπ. ΧρυσικοπούλουΧρ. Μπόκα ./.